Λάδι αγριελιάς – το εξαιρετικό!

Λάδι αγριελιάς

Λάδι αγριελιάς

Η ελιά εξημερώθηκε κατά την Νεολιθική περίοδο στην ανατολική μεσόγειο, και μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί πάνω από 1000 διαφορετικές ποικιλίες. Ωστόσο, στη λεκάνη της Μεσογείου μπορούμε να βρούμε ακόμη αγριελιές (Olea europaea oliester). Ενδείξεις  που σχετίζονται με τη χρήση της αγριελιάς για την παραγωγή ελαιολάδου (λάδι αγριελιάς), μπορεί να βρεθούν σε ιστορικά και ιερά κείμενα, όπως η Οδύσσεια, το Κοράνι και η Αγία Γραφή.

Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι αντίθετα με τις θρεπτικές ιδιότητες του ελαιολάδου καθώς και τις επιδράσεις του στην υγεία του ανθρώπου,  οι οποίες έχουν διερευνηθεί και συνεχίζουν να διερευνώνται επισταμένως, δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση του ελαιολάδου από αγριελιά στον άνθρωπο.

Τι λένε οι έρευνες

Εντούτοις, μία ομάδα ερευνητών (Belarbi M και άλλων) μελέτησε τις επιδράσεις που έχει το λάδι αγριελιάς στα λιπίδια του πλάσματος. Τα αποτελέσματα της έρευνας  δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Agric Food Chem. τον Αύγουστο του 2011.  Οι ερευνητές θέλησαν να μελετήσουν την επίδραση της παρατεταμένης πρόσληψης ελαιολάδου από αγριελιά στο λιπιδαιμικό προφίλ του ανθρώπου.

Στα πλαίσια της έρευνας έδωσαν σε 40 υγιή άτομα ηλικίας (ηλικίας 27.9 ± 3,85 χρόνια),  να καταναλώνουν λάδι αγριελιάς για ένα μήνα  και σύγκριναν τα αποτελέσματα με άτομα από την ίδια περιοχή που δεν κατανάλωναν όμως λάδι αγριελιάς.

Τα αποτελέσματα είχαν ως εξής: H oυρία του πλάσματος, η κρεατινίνη και συγκεντρώσεις ουρικού οξέος και γλυκόζης δεν είχαν κάποια σημαντική διαφορά, στο τέλος της μελέτης, μεταξύ αυτών που κατανάλωναν λάδι αγριελιάς και αυτών που δεν κατανάλωναν. Αντίθετα, στα άτομα που κατανάλωναν λάδι αγριελιάς  καταγράφηκαν σημαντικές μειώσεις στη συγκέντρωση των τριγλυκεριδίων του πλάσματος (-24,8%, Ρ <0,05), της ολικής χοληστερόλης (-12,13%, Ρ <0.05), καθώς και της κακής χοληστερόλης (LDL-C) (-24,39%? Ρ <0,05) Ταυτόχρονα, οι συγκεντρώσεις της καλής χοληστερόλης (HDL-C) παρουσίασαν σημαντική αύξηση (17,94%? Ρ <0.05)  στα άτομα που κατανάλωναν το συγκεκριμένο λάδι σε σχέση με την ομάδα που δεν κατανάλωνε.

Επομένως σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πιο πάνω έρευνα ,  φαίνεται ότι το λάδι που προέρχεται από άγριους ελαιώνες, δηλαδή τις αγριελιές,  μπορεί βελτιώσει σημαντικά το προφίλ των λιπιδίων του πλάσματος σε υγιή άτομα που το καταναλώνουν.

Σε μία άλλη μελέτη που διεξήχθη κατά τις καλλιεργητικές περιόδους  2003/04, 2004/05 και 2005/06  και είχε σκοπό την αξιολόγηση των παρθένων ελαιολάδων από αγριελιές ως προς τη σύνθεσή τους σε λιπαρά οξέα,  χλωροφύλλες, καροτενοειδή, τοκοφερόλες, και φαινολικές ενώσεις, καθώς και τη σχέση τους με την οξειδωτική σταθερότητα και  παρατηρήθηκαν τα έξης αποτελέσματα:

H σύνθεση των λιπαρών οξέων από όλα τα δένδρα αγριελιάς που εξετάστηκαν έδωσαν παρθένο ελαιόλαδο, το οποίο είναι σύμφωνο με τα εμπορικά πρότυπα. Συγκεκριμένα, τα κύρια λιπαρά οξέα που βρέθηκαν ήταν το ελαϊκό οξύ, το παλμιτικό, το λινολενικό, το στεατικό και το παλμιτελαϊκό.  Το ελαϊκό οξύ είναι το κύριο μονοακόρεστο λιπαρό οξύ, γνωστό για τις ευεργετικές του ιδιότητες στην ανθρώπινη υγεία με ιδιαίτερα  υψηλά επίπεδα στο συγκεκριμένο λάδι που κυμαίνονται από 71,1-78,4% .

Μεταξύ των φυσικών αντιοξειδωτικών που υπάρχουν στο παρθένο ελαιόλαδο από αγριελιά, είναι οι τοκοφερόλες που ξεχωρίζουν λόγω της αντιοξειδωτική τους δράσης και της σημαντικής θρεπτικής τους επίδρασης στον οργανισμό. Η ανάλυση της τοκοφερόλη με HPLC αποκάλυψε την παρουσία α, β, γ και δ τοκοφερολών σε όλα τα ελαιόλαδα που μελετήθηκαν. Η συνολική περιεκτικότητα σε τοκοφερόλες επηρεαζόταν σημαντικά από τον παράγοντα  ποικιλία. Η α τοκοφερόλη είναι αυτή που  βρίσκεται σε μεγαλύτερη συγκέντρωση.  Όπως προτείνεται από διάφορους συγγραφείς, η κύρια τοκοφερόλη στα παρθένα ελαιόλαδα είναι η α-τοκοφερόλη. Οι ουσίες αυτές ασκούν τόσο βιταμινική δράση (Βιτ. Ε.) όσο και αντιοξειδωτική.

Η ποσότητα των φαινολικών ενώσεων που υπάρχουν στα εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα  είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας κατά την αξιολόγηση της ποιότητας του ελαιολάδου από αγριελιά, δεδομένου ότι οι φυσικές φαινόλες βελτιώνουν την αντίσταση στην οξείδωση και, σε ορισμένο βαθμό, είναι υπεύθυνες  για την οξεία πικρή γεύση του. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα ποσά των φαινολών και ο-διφαινόλων εξαρτώνται ιδιαίτερα από την ποικιλία. Οι φαινόλες είναι πολύ σημαντικές για τη σταθερότητα του ελαιολάδου. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε,  οι φαινολικές ενώσεις σχετίζονται ισχυρά με την πικρή  και στυφή γεύση του ελαιολάδου και το χαρακτηριστικό του  άρωμα.

Συμπέρασμα

Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω, μπορούμε να πούμε ότι το παρθένο ελαιόλαδο που προέρχεται από την αγριελιά είναι εξαιρετικής θρεπτικής αξίας και θα μπορούσε στα πλαίσια μίας ισορροπημένης διατροφής να συμβάλει σε μεγάλο ποσοστό στην υγεία του ανθρώπου. Περιμένουμε να γίνουν περισσότερες μελέτες οι οποίες θα εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας γύρω από αυτό το εξαιρετικό λάδι, το αγριέλαιο.

Facebook Comments

Συντάκτης: Κρήνη Κωνσταντίνου

Είμαι η Κρήνη Κωνσταντίνου, ασκώ το επάγγελμα του διαιτολόγου εδώ και αρκετά χρόνια. Ενώ παράλληλα διδάσκω στα δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ από το 2002. Είμαι αριστούχος των ΤΕΙ Αθήνας, στο τμήμα Αισθητικής και του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών στο τμήμα Διατροφής Διαιτολογίας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στο τμήμα τροφίμων.

Πως μπορούμε να βοηθήσουμε;