Υποκατάστατα ζάχαρης που συνδέονται με την παχυσαρκία

Οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες ενδέχεται να αλλάζουν τη μικροβιακή χλωρίδα  του εντέρου .

Οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες, οι οποίες θεωρούνται ευρέως ως ένας τρόπος για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας και του διαβήτη θα μπορούσε, εν μέρει, να συντείνουν στην παγκόσμια επιδημία των καταστάσεων αυτών.

Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε από το περιοδικό Nature [J. Suez et al Nature http://dx.doi.org/10.1038/nature13793.;2014], τα υποκατάστατα ζάχαρης, όπως η σακχαρίνη ενδέχεται να επιδεινώνουν αυτές τις μεταβολικές διαταραχές (παχυσαρκία, διαβήτη), επιδρώντας επάνω στην μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου. Μικρότερες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν φιλοδοξούσαν να δείξουν τη συσχέτιση μεταξύ της χρήσης των τεχνητών γλυκαντικών ουσιών και της εμφάνισης μεταβολικών διαταραχών. Αυτή είναι η  πρώτη μελέτη  που υποδηλώνει  ότι οι γλυκαντικές ουσίες μπορεί να επιδεινώσουν τις μεταβολικές παθήσεις, και ότι αυτό μπορεί να συμβεί μέσα από την χλωρίδα του εντέρου (την πολυποίκιλη κοινότητα βακτηρίων που βρίσκεται στο έντερο του ανθρώπου).  Σύμφωνα με τον Martin Blaser, μικροβιολόγο στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης,  αυτό ήταν κάτι το μη αναμενόμενο,  κανείς δεν το περίμενε, γιατί δεν  ποτέ έτυχε να  το ερευνήσουν.

Τα ευρήματα θα μπορούσαν να προκαλέσουν πονοκέφαλο στη βιομηχανία τροφίμων που σύμφωνα με την BCC Research, (εταιρεία που σχετίζεται με την έρευνα αγοράς και έχει την έδρα της στο Wellesley της Μασαχουσέτης), η αγορά που σχετίζεται με τις τεχνητές γλυκαντικές ουσίες ανθεί. Και οι οργανισμοί που παρακολουθούν την ασφάλεια των προσθέτων στα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων και των τεχνητών γλυκαντικών ουσιών, δεν έχουν επισημάνει μια τέτοια σύνδεση (με τις μεταβολικές διαταραχές). Σε απάντηση προς τις τελευταίες διαπιστώσεις, ο Stephen Pagani, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) στην Πάρμα της Ιταλία, λέει ότι, όπως συμβαίνει με όλα τα νέα στοιχεία, ο οργανισμός θα αποφασίσει σε εύθετο χρόνο εάν  θα πρέπει οι εμπειρογνώμονες να στρέψουν την προσοχή τους σ’ αυτό το ζήτημα και να το επανεξετάσουν.

Μια ομάδα με επικεφαλής τον Eran Elinav του Weizmann Institute of Science στο Rehovot, του Ισραήλ, έτρεφαν ποντίκια με διάφορες γλυκαντικές ουσίες – σακχαρίνη, η σουκραλόζη και ασπαρτάμη και διαπίστωσε ότι μετά από 11 εβδομάδες, τα ποντίκια αυτά εμφάνισαν δυσανοχή  στη γλυκόζη – ένας δείκτης που δείχνει την τάση για  μεταβολικές διαταραχές.

Προκειμένου να δώσουν μια πραγματική εικόνα για τους ανθρώπους που διατρέχουν κίνδυνο να προσβληθούν από τέτοιες ασθένειες, η ομάδα των ερευνητών  σίτισε ορισμένα ποντίκια με κανονική διατροφή και  άλλα με δίαιτα πλούσια σε λιπαρά, και στη συνέχεια εμπλούτισε το νερό τους,  είτε μόνο με γλυκόζη είτε με ένα συνδυασμό γλυκόζης – σακχαρίνης. Τα ποντίκια που τους δόθηκε σακχαρίνη ανέπτυξαν αξιοσημείωτη δυσανοχή στη γλυκόζη σε σχέση με αυτά που τους δόθηκε μόνο γλυκόζη. Όταν στα ποντίκια αυτά χορηγήθηκαν αντιβιοτικά προκειμένου να θανατωθούν τα βακτήρια του εντέρου η δυσανοχή στην γλυκόζη αποτράπηκε. Επίσης όταν οι ερευνητές μετέφεραν κόπρανα από τα ποντίκια στα οποία χορηγήθηκε  σακχαρίνη και παρουσίασαν δυσανοχή στην γλυκόζη,  στα έντερα άλλων ποντικών που ήταν αποστειρωμένα   (χωρίς βακτήρια), τα ποντίκια αυτά παρουσίασαν δυσανοχή στην γλυκόζη,  υποδηλώνοντας έτσι ότι η σακχαρίνη είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση των μικροβίων.

Επίσης, η ομάδα του Eran Elinav χρησιμοποίησε  δεδομένα από μια συνεχιζόμενη κλινική διατροφική μελέτη στην οποία συμμετείχαν σχεδόν 400 άνθρωποι από το Ισραήλ. Και εδώ οι ερευνητές σημείωσαν μία συσχέτιση μεταξύ των κλινικών συμπτωμάτων των μεταβολικών διαταραχών – όπως η αύξηση βάρους ή μείωση της αποτελεσματικότητας του μεταβολισμού της γλυκόζης  -και κατανάλωσης των τεχνητών γλυκαντικών ουσιών.

Όμως όπως λέει ο Εran Elivan αυτό μοιάζει με το γρίφο «το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό» και εξηγεί όταν ένα άτομο βάζει βάρος είναι πιθανότερο να στραφεί σε διαιτητικά προϊόντα. Δεν είναι απαραίτητο να σημαίνει ότι τα διαιτητικά προϊόντα προκαλούν την αύξηση σωματικού βάρους.

Έτσι η ομάδα του Eran Elivan προέβη σε μία άλλη μελέτη στην οποία συμμετείχαν 7 αδύνατοι και υγιείς εθελοντές που υπό κανονικές συνθήκες δεν χρησιμοποιούσαν τεχνητές γλυκαντικές ύλες. Οι εθελοντές κατανάλωσαν για μία βδομάδα τη μέγιστη επιτρεπόμενη καθημερινή δόση γλυκαντικών ουσιών. Οι τέσσερεις από αυτούς εμφάνισαν δυσανοχή στην γλυκόζη και η μικροβιακή χλωρίδα τους εντέρου τους μετατοπίστηκε προς μία ισορροπία που όπως είναι ήδη γνωστό συσχετίζεται με την ευαισθησία σε μεταβολικές ασθένειες.  Οι υπόλοιποι τρεις φάνηκαν να είναι ανθεκτικοί  στις επιδράσεις της σακχαρίνης.  Όπως μας λέει ο Elivan «Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της εξατομικευμένης διατροφής – δεν είναι όλοι το ίδιο».

Ο ίδιος δεν μπορεί ακόμη να προτείνει κάποιο μηχανισμό  επίδρασης των τεχνητών γλυκαντικών ουσιών στη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου. Αλλά, όπως μας λέει ο Blaser, «κατανοώντας πώς οι ουσίες αυτές  επιδρούν στο έντερο ορισμένων ομάδων  μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων για τις  μεταβολικές νόσους»

Η Yiolanta Sanz,  διατροφολόγος και αντιπρόεδρος της επιτροπής της EFSA για τα διαιτητικά προϊόντα, τη διατροφή και τις αλλεργίες, λέει ότι είναι πολύ νωρίς για να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα. Και όπως επισημαίνει οι μεταβολικές διαταραχές έχουν πολλές αιτίες,  και η μελέτη είναι πολύ μικρή.

Πηγή περιοδικό Nature 513, 290 (18 Σεπτεμβρίου 2014) doi: 10.1038 / 513290a

Facebook Comments

Συντάκτης: Κρήνη Κωνσταντίνου

Είμαι η Κρήνη Κωνσταντίνου, ασκώ το επάγγελμα του διαιτολόγου εδώ και αρκετά χρόνια. Ενώ παράλληλα διδάσκω στα δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ από το 2002. Είμαι αριστούχος των ΤΕΙ Αθήνας, στο τμήμα Αισθητικής και του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών στο τμήμα Διατροφής Διαιτολογίας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στο τμήμα τροφίμων.

Πως μπορούμε να βοηθήσουμε;