Υποκατάστατα ζάχαρης | πως συνδέονται με την παχυσαρκία

Υποκατάστατα ζάχαρης | παχυσαρκία | διαβήτης

Οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες, οι οποίες θεωρούνται ευρέως ως ένας τρόπος  καταπολέμησης της παχυσαρκίας και του διαβήτη θα μπορούσαν εν μέρει να  συμβάλουν στην παγκόσμια επιδημία των καταστάσεων αυτών;

Τεχνητές γλυκαντικές ουσίες και μεταβολικές παθήσεις

Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature, τα υποκατάστατα ζάχαρης, ενδέχεται να επιδεινώνουν αυτές τις μεταβολικές διαταραχές. Αυτό φαίνεται να γίνεται μέσω της επίδρασής τους στη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου.  Στο παρελθόν πραγματοποιήθηκαν μικρότερες μελέτες, οι οποίες φιλοδοξούσαν να συσχετίσουν τη χρήση των τεχνητών γλυκαντικών ουσιών και της εμφάνισης μεταβολικών διαταραχών. Αυτή είναι η  πρώτη μελέτη  που υποδηλώνει  ότι οι γλυκαντικές ουσίες μπορεί να επιδεινώσουν τις μεταβολικές παθήσεις μεσω της διαταραχής  της εντερικής χλωρίδας.  Σύμφωνα με τον Martin Blaser, μικροβιολόγο του πανεπιστήμιου της Νέας Υόρκης,  αυτό ήταν κάτι το μη αναμενόμενο,  κανείς δεν το περίμενε, γιατί δεν  ποτέ έτυχε να  το ερευνήσουν.

Βιομηχανία τροφίμων και ασφάλεια τροφίμων

Τα ευρήματα αυτά θα μπορούσαν να προκαλέσουν πονοκέφαλο στη βιομηχανία τροφίμων.  Και αυτό γιατί σύμφωνα με την BCC Research*, η αγορά η οποία σχετίζεται με τις τεχνητές γλυκαντικές ουσίες βρίσκεται σε άνθηση.  Από την άλλη οι οργανισμοί που παρακολουθούν την ασφάλεια των προσθέτων στα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων και των τεχνητών γλυκαντικών ουσιών, δεν έχουν επισημάνει  σύνδεση με τις μεταβολικές διαταραχές.  Σε απάντηση προς τις τελευταίες διαπιστώσεις, ο Stephen Pagani, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) στην Πάρμα της Ιταλία, λέει ότι, όπως συμβαίνει με όλα τα νέα στοιχεία, ο οργανισμός θα αποφασίσει σε εύθετο χρόνο εάν  θα πρέπει οι εμπειρογνώμονες να στρέψουν την προσοχή τους σ’ αυτό το ζήτημα και να το επανεξετάσουν.

Ερευνητικά δεδομένα

Μια ομάδα με επικεφαλής τον Eran Elinav του Weizmann Institute of Science στο Rehovot, του Ισραήλ, έτρεφαν ποντίκια με διάφορες γλυκαντικές ουσίες  όπως σακχαρίνη, η σουκραλόζη και ασπαρτάμη.  Η ομάδα αυτή διαπίστωσε ότι μετά από 11 εβδομάδες, τα ποντίκια αυτά εμφάνισαν δυσανοχή  στη γλυκόζη ( ένας δείκτης που δείχνει την τάση για  μεταβολικές διαταραχές).

Η ομάδα των ερευνητών προέβηκε  στη σίτιση ορισμένων ποντικών με κανονική διατροφή και  άλλα με δίαιτα πλούσια σε λιπαρά.  Στη συνέχεια εμπλούτισε το νερό τους,  είτε μόνο με γλυκόζη είτε με ένα συνδυασμό γλυκόζης – σακχαρίνης. Το αποτέλεσμα ήταν το εξής: Τα ποντίκια που τους δόθηκε σακχαρίνη ανέπτυξαν αξιοσημείωτη δυσανοχή στη γλυκόζη σε σχέση με αυτά που τους δόθηκε μόνο γλυκόζη.  Στη συνέχεια όταν στα ποντίκια αυτά χορηγήθηκαν αντιβιοτικά προκειμένου να θανατωθούν τα βακτήρια του εντέρου η δυσανοχή στην γλυκόζη ανεστράφη.   Επίσης όταν οι ερευνητές μετέφεραν κόπρανα από τα ποντίκια στα οποία χορηγήθηκε  σακχαρίνη και παρουσίασαν δυσανοχή στην γλυκόζη,  στα έντερα άλλων ποντικών που ήταν αποστειρωμένα   (χωρίς βακτήρια), τα ποντίκια αυτά παρουσίασαν δυσανοχή στην γλυκόζη.  Αυτό υποδηλώνει  ότι η σακχαρίνη είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση των μικροβίων.

Επίσης, η ομάδα του Eran Elinav χρησιμοποίησε  δεδομένα από μια συνεχιζόμενη κλινική διατροφική μελέτη στην οποία συμμετείχαν σχεδόν 400 άνθρωποι από το Ισραήλ.  Και εδώ οι ερευνητές σημείωσαν μία συσχέτιση μεταξύ των κλινικών συμπτωμάτων των μεταβολικών διαταραχών (αύξηση βάρους ή δυσανοχή στη γλυκόζη) και κατανάλωσης  τεχνητών γλυκαντικών ουσιών.

Όμως όπως λέει ο Εran Elivan αυτό μοιάζει με το γρίφο «το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό» καθώς ένα παχύσαρκο άτομο είναι πιθανότερο να στραφεί σε διαιτητικά προϊόντα.  Συνεχίζει λέγοντας ότι δεν είναι απαραίτητο αυτό να σημαίνει ότι τα διαιτητικά προϊόντα προκαλούν την αύξηση σωματικού βάρους.

Έτσι η ομάδα του Eran Elivan προέβη σε μία άλλη μελέτη στην οποία συμμετείχαν 7 αδύνατοι και υγιείς εθελοντές που υπό κανονικές συνθήκες δεν χρησιμοποιούσαν τεχνητές γλυκαντικές ύλες.  Οι εθελοντές κατανάλωσαν για μία βδομάδα τη μέγιστη επιτρεπόμενη καθημερινή δόση γλυκαντικών ουσιών. Οι τέσσερις από αυτούς εμφάνισαν δυσανοχή στη γλυκόζη. Επίσης η μικροβιακή χλωρίδα τους εντέρου τους μετατοπίστηκε προς μία ισορροπία που όπως είναι ήδη γνωστό συσχετίζεται με την ευαισθησία σε μεταβολικές ασθένειες.  Οι υπόλοιποι τρεις φάνηκαν να είναι ανθεκτικοί  στις επιδράσεις της σακχαρίνης.  Όπως μας λέει ο Elivan «Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της εξατομικευμένης διατροφής – δεν είναι όλοι το ίδιο».

Συμπερασματικά

Η ομάδα του Eran Elivan δεν μπορεί ακόμη να προτείνει κάποιο μηχανισμό  επίδρασης των τεχνητών γλυκαντικών ουσιών στη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου.  Ο  Blaser μας λέει, «κατανοώντας με ποιο τρόπο οι ουσίες αυτές  επιδρούν στο έντερο ορισμένων ομάδων μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων για τις  μεταβολικές νόσους»

Η Yiolanta Sanz,  διατροφολόγος και αντιπρόεδρος της επιτροπής της EFSA για τα διαιτητικά προϊόντα, τη διατροφή και τις αλλεργίες, λέει ότι είναι πολύ νωρίς για να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα. Και όπως επισημαίνει οι μεταβολικές διαταραχές έχουν πολλές αιτίες,  και η μελέτη είναι πολύ μικρή.

*Εταιρεία που σχετίζεται με την έρευνα αγοράς και έχει την έδρα της στο Wellesley της Μασαχουσέτης)

 

Πηγή περιοδικό J. Suez et al Nature http://dx.doi.org/10.1038/nature13793.;2014]

Facebook Comments

Συντάκτης: Κρήνη Κωνσταντίνου

Είμαι η Κρήνη Κωνσταντίνου, ασκώ το επάγγελμα του διαιτολόγου εδώ και αρκετά χρόνια. Ενώ παράλληλα διδάσκω στα δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ από το 2002. Είμαι αριστούχος των ΤΕΙ Αθήνας, στο τμήμα Αισθητικής και του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών στο τμήμα Διατροφής Διαιτολογίας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στο τμήμα τροφίμων.

Πως μπορούμε να βοηθήσουμε;